Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκίνηση

/siŋˈɟi.ni.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εσωτερική ή εξωτερική συναισθηματική αντίδραση σε συμβάν-γεγονός (λόγω συμβάντος-γεγονότος) Βικιλεξικό
    • Ήπια μονορούφι τη βυσσινάδα κι άρχισα να διαβάζω και χωρίς να το θέλω η φωνή μου έτρεμε από συγκίνηση, Αν η Θοδώρα είχε δακρύσει ακούγοντας το γράμμα, η Βασιλική πλάνταξε στο κλάμα. (Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)
  2. ψυχολογίαη αντίδραση σε ερέθισμα που επιφέρει ψυχοσωματικές μεταβολές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκίνηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγκίνη(σις) + -ση < συγκινέω / συγκινῶ < σύν (συγ-) + κινῶ → δείτε και τη λέξη κίνηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγκίνησησυγκινήσεις
Γενικήσυγκίνησηςσυγκινήσεων
Αιτιατικήσυγκίνησησυγκινήσεις
Κλητικήσυγκίνησησυγκινήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →