κιτρινίζω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι κίτρινο Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι κίτρινος Βικιλεξικό
- Στις κάτω κλάρες, τα κορόμηλα ήταν ακόμη αγουρωπά, όμως στις πιο πάνω αρκετά είχαν κιτρινίσει. (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- αμετάβατογίνομαι ωχρός, χλωμιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιτρινίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κιτρινίζω < ελληνιστική κοινή κίτρινος < κίτρον < λατινική citron < citrus < ετρουσκική < αρχαία ελληνική κέδρος (αντιδάνειο)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κιτρινίζω | κιτρινίζεις | κιτρινίζει | κιτρινίζουμε | κιτρινίζετε | κιτρινίζουν / κιτρινίζουνε |
| Παρατατικός | κιτρίνιζα | κιτρίνιζες | κιτρίνιζε | κιτρινίζαμε | κιτρινίζατε | κιτρίνιζαν / κιτρινίζαν / κιτρινίζανε |
| Αόριστος | κιτρίνισα | κιτρίνισες | κιτρίνισε | κιτρινίσαμε | κιτρινίσατε | κιτρίνισαν / κιτρινίσαν / κιτρινίσανε |
| Μέλλοντας | θα κιτρινίζω / θα κιτρινίσω | θα κιτρινίζεις / θα κιτρινίσεις | θα κιτρινίζει / θα κιτρινίσει | θα κιτρινίζουμε / θα κιτρινίσουμε | θα κιτρινίζετε / θα κιτρινίσετε | θα κιτρινίζουν / θα κιτρινίζουνε / θα κιτρινίσουν / θα κιτρινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κιτρινίσει | έχεις κιτρινίσει | έχει κιτρινίσει | έχουμε κιτρινίσει | έχετε κιτρινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κιτρινίσει | είχες κιτρινίσει | είχε κιτρινίσει | είχαμε κιτρινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κιτρινίσει / να κιτρινίζω / να κιτρινίσω | να έχεις κιτρινίσει / να κιτρινίζεις / να κιτρινίσεις | να έχει κιτρινίσει / να κιτρινίζει / να κιτρινίσει | να έχουμε κιτρινίσει / να κιτρινίζουμε / να κιτρινίσουμε | να έχετε κιτρινίσει / να κιτρινίζετε / να κιτρινίσετε | να κιτρινίζουν / να κιτρινίζουνε / να κιτρινίσουν / να κιτρινίσουνε |
| Προστακτική | — | κιτρίνιζε / κιτρίνισε | — | — | κιτρινίζετε / κιτρινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →