Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιτρινίζω

/ci.tɾiˈni.zo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι κίτρινο Βικιλεξικό
  2. αμετάβατογίνομαι κίτρινος Βικιλεξικό
    • Στις κάτω κλάρες, τα κορόμηλα ήταν ακόμη αγουρωπά, όμως στις πιο πάνω αρκετά είχαν κιτρινίσει. (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
  3. αμετάβατογίνομαι ωχρός, χλωμιάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιτρινίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κιτρινίζω < ελληνιστική κοινή κίτρινος < κίτρον < λατινική citron < citrus < ετρουσκική < αρχαία ελληνική κέδρος (αντιδάνειο)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκιτρινίζωκιτρινίζειςκιτρινίζεικιτρινίζουμεκιτρινίζετεκιτρινίζουν / κιτρινίζουνε
Παρατατικόςκιτρίνιζακιτρίνιζεςκιτρίνιζεκιτρινίζαμεκιτρινίζατεκιτρίνιζαν / κιτρινίζαν / κιτρινίζανε
Αόριστοςκιτρίνισακιτρίνισεςκιτρίνισεκιτρινίσαμεκιτρινίσατεκιτρίνισαν / κιτρινίσαν / κιτρινίσανε
Μέλλονταςθα κιτρινίζω / θα κιτρινίσωθα κιτρινίζεις / θα κιτρινίσειςθα κιτρινίζει / θα κιτρινίσειθα κιτρινίζουμε / θα κιτρινίσουμεθα κιτρινίζετε / θα κιτρινίσετεθα κιτρινίζουν / θα κιτρινίζουνε / θα κιτρινίσουν / θα κιτρινίσουνε
Παρακείμενοςέχω κιτρινίσειέχεις κιτρινίσειέχει κιτρινίσειέχουμε κιτρινίσειέχετε κιτρινίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κιτρινίσειείχες κιτρινίσειείχε κιτρινίσειείχαμε κιτρινίσει——
Υποτακτικήνα έχω κιτρινίσει / να κιτρινίζω / να κιτρινίσωνα έχεις κιτρινίσει / να κιτρινίζεις / να κιτρινίσειςνα έχει κιτρινίσει / να κιτρινίζει / να κιτρινίσεινα έχουμε κιτρινίσει / να κιτρινίζουμε / να κιτρινίσουμενα έχετε κιτρινίσει / να κιτρινίζετε / να κιτρινίσετενα κιτρινίζουν / να κιτρινίζουνε / να κιτρινίσουν / να κιτρινίσουνε
Προστακτική—κιτρίνιζε / κιτρίνισε——κιτρινίζετε / κιτρινίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →