Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καβάτζα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποαπόθεμα που μπαίνει στην άκρη για να χρησιμοποιηθεί αργότερα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο μέρος φύλαξης ενός αποθέματος και ειδικότερα ναρκωτικών Βικιλεξικό
    • Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, … εντοπίστηκε ο 27χρονος και πραγματοποιήθηκε έλεγχος στον ίδιο και έρευνα σε οικία, που χρησιμοποιούσε για απόκρυψη ναρκωτικών ουσιών (καβάτζα). https://www.tanea.gr/2025/11/06/greece/xeiropedes-se-27xrono-sto-irakleio-entopistikan-narkotika-kai-pistoli-sto-spiti-tou/
  3. λαϊκότροποεναλλακτική (λύση) Βικιλεξικό
    • Όσοι ξέρουν καλά την Τήνο, όμως, γνωρίζουν πως υπάρχει μια παραλία-καβάτζα, για τις «δύσκολες» από άποψη καιρού ημέρες https://www.ethnos.gr/travel/article/221481/galazoprasinanerametheasthsyrohparaliakabatzathsthnoykerdizeikaifetosstashmeia
    • Αν έχεις νιώσει ποτέ ότι σε κρατούν ως «εναλλακτική» (κοινώς καβάτζα), για τις ώρες μοναξιάς ή ανασφάλειας, μπορεί να έχεις υπάρξει θύμα ["cookie jarring".] https://www.bovary.gr/living/cookie-jarring-mpiskoto-bazo

Ετυμολογία

καβάτζα αβέβαιης ετυμολογίας με ερμηνείες όπως : < ιταλική cavezza (χαλινάρι) < παλαιότερη capezza < λατινική capitium (καπίστρι) < caput (κεφάλι, γενική capitis) + υποκοριστικό επίθημα -ium : < παλαιά ιταλική gavazza (γούλα) με αποηχηροποίηση του αρχικού [g > k], όπως σε άλλες λέξεις με παρόμοια εναλλαγή (π.χ. γκαμήλα – καμήλα) ή < νότια ιταλική διάλεκτος cavazza : < ιταλική gavetta (γαβάθα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαβάτζακαβάτζες
Γενικήκαβάτζας—
Αιτιατικήκαβάτζακαβάτζες
Κλητικήκαβάτζακαβάτζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →