καθοριστικός
•
- που καθορίζει μια εξέλιξη ή ένα αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- Ο πιο καθοριστικός όμως παράγοντας για την ανάπτυξη της καλλιέργειας των κηπευτικών ήταν οι παραγωγοί, οι νέοι κάτοικοι της Πρέβεζας, οι Λευκαδίτες και οι Συρρακιώτες, που τους ακολούθησαν (Βαγγέλης Γρ. Αυδίκος, Πρέβεζα 1945-1990: όψεις της μεταβολής μιας επαρχιακής πόλης: λαογραφική εξέταση, εκδ. Δήμου Πρέβεζας, 1991, σελ. 166)
Ετυμολογία
καθοριστικός < ελληνιστική κοινή καθοριστικός < καθορίζω < αρχαία ελληνική κατά + ὁρίζω < ὅρος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déterminant)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθοριστικός | καθοριστική | καθοριστικό |
| Γενική | καθοριστικού | καθοριστικής | καθοριστικού |
| Αιτιατική | καθοριστικό | καθοριστική | καθοριστικό |
| Κλητική | καθοριστικέ | καθοριστική | καθοριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθοριστικοί | καθοριστικές | καθοριστικά |
| Γενική | καθοριστικών | καθοριστικών | καθοριστικών |
| Αιτιατική | καθοριστικούς | καθοριστικές | καθοριστικά |
| Κλητική | καθοριστικοί | καθοριστικές | καθοριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →