κακία
•
- η ιδιότητα του κακού, η επιθυμία ή η τάση να κάνει κάποιος κακές πράξεις Βικιλεξικό
- Ο Ηρακλής έπρεπε να διαλέξει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει: τον δρόμο της αρετής ή τον δρόμο της κακίας;
- λόγος ή πράξη που δείχνει έχθρα και αποσκοπεί στο να πληγώσει τον άλλον Βικιλεξικό
- αυτό που είπες ήταν μεγάλη κακία
- η μνησικακία, το να κρατάει κάποιος μέσα του την ανάμνηση του κακού που του έκανε κάποιος άλλος Βικιλεξικό
- μου κρατάει κακία για κάτι που έγινε πριν από πολλά χρόνια
- Ώστε δε δέχεσαι τη συγγνώμη μου; Η κακία θα σου μείνει!
Ετυμολογία
κακία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κακία < κακός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακία | κακίες |
| Γενική | κακίας | κακιών |
| Αιτιατική | κακία | κακίες |
| Κλητική | κακία | κακίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →