Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακία

/kaˈci.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του κακού, η επιθυμία ή η τάση να κάνει κάποιος κακές πράξεις Βικιλεξικό
    • Ο Ηρακλής έπρεπε να διαλέξει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει: τον δρόμο της αρετής ή τον δρόμο της κακίας;
  2. λόγος ή πράξη που δείχνει έχθρα και αποσκοπεί στο να πληγώσει τον άλλον Βικιλεξικό
    • αυτό που είπες ήταν μεγάλη κακία
  3. η μνησικακία, το να κρατάει κάποιος μέσα του την ανάμνηση του κακού που του έκανε κάποιος άλλος Βικιλεξικό
    • μου κρατάει κακία για κάτι που έγινε πριν από πολλά χρόνια
    • Ώστε δε δέχεσαι τη συγγνώμη μου; Η κακία θα σου μείνει!

Ετυμολογία

κακία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κακία < κακός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακίακακίες
Γενικήκακίαςκακιών
Αιτιατικήκακίακακίες
Κλητικήκακίακακίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

Κάκια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γυναικείο όνομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάκια < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →