καλόπιστος
•
- που συνεννοείται χωρίς προκαταλήψεις, με καλές προθέσεις Βικιλεξικό
- που γίνεται με ειλικρίνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλόπιστος < καλό- + πίστ(η) + -ος, (μεταφορικά)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλόπιστος | καλόπιστη | καλόπιστο |
| Γενική | καλόπιστου | καλόπιστης | καλόπιστου |
| Αιτιατική | καλόπιστο | καλόπιστη | καλόπιστο |
| Κλητική | καλόπιστε | καλόπιστη | καλόπιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλόπιστοι | καλόπιστες | καλόπιστα |
| Γενική | καλόπιστων | καλόπιστων | καλόπιστων |
| Αιτιατική | καλόπιστους | καλόπιστες | καλόπιστα |
| Κλητική | καλόπιστοι | καλόπιστες | καλόπιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →