Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλόπιστος

/kaˈlo.pi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συνεννοείται χωρίς προκαταλήψεις, με καλές προθέσεις Βικιλεξικό
  2. που γίνεται με ειλικρίνεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλόπιστος < καλό- + πίστ(η) + -ος, (μεταφορικά)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλόπιστοςκαλόπιστηκαλόπιστο
Γενικήκαλόπιστουκαλόπιστηςκαλόπιστου
Αιτιατικήκαλόπιστοκαλόπιστηκαλόπιστο
Κλητικήκαλόπιστεκαλόπιστηκαλόπιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλόπιστοικαλόπιστεςκαλόπιστα
Γενικήκαλόπιστωνκαλόπιστωνκαλόπιστων
Αιτιατικήκαλόπιστουςκαλόπιστεςκαλόπιστα
Κλητικήκαλόπιστοικαλόπιστεςκαλόπιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →