καλόψυχος
•
- που έχει καλή ψυχή Βικιλεξικό
- τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978-960-9763-06-6, σελ. 24-25 http://web.ems.gr/media/Siskos_h_taverna_toy_kraterou.pdf)
Ετυμολογία
καλόψυχος < μεσαιωνική ελληνική καλόψυχος < αρχαία ελληνική καλός + ψυχή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλόψυχος | καλόψυχη | καλόψυχο |
| Γενική | καλόψυχου | καλόψυχης | καλόψυχου |
| Αιτιατική | καλόψυχο | καλόψυχη | καλόψυχο |
| Κλητική | καλόψυχε | καλόψυχη | καλόψυχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλόψυχοι | καλόψυχες | καλόψυχα |
| Γενική | καλόψυχων | καλόψυχων | καλόψυχων |
| Αιτιατική | καλόψυχους | καλόψυχες | καλόψυχα |
| Κλητική | καλόψυχοι | καλόψυχες | καλόψυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →