καμένος
•
- γενικότεραπου έχει καεί, από οποιαδήποτε αιτία (π.χ. φωτιά, έκρηξη, καυστική ουσία, παγετό κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Μυρίζει ανακατωμένα χωματίλα και καμένο ξύλο. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
- άλλες μορφές: καημένος (λαϊκότροπο), καϋμένος (σπάνιο)
- ειδικότεραπου έχει αλλοιωθεί, συνήθως από θερμοκρασία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου είναι εθισμένος στα ναρκωτικά ή στο αλκοόλ· που δεν μπορεί να σκεφτεί σωστά ή λέει περίεργα πράγματα (διότι έχει καεί το μυαλό του) Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός του οποίου η μυστική ή παράνομη δράση έχει αποκαλυφθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καίω / καίγω
Άλλοι τύποι
καμένακαμένεκαμένεςκαμένηκαμένηςκαμένοκαμένοικαμένοςκαμένουκαμένουςκαμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →