Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμένος

/kaˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. γενικότεραπου έχει καεί, από οποιαδήποτε αιτία (π.χ. φωτιά, έκρηξη, καυστική ουσία, παγετό κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Μυρίζει ανακατωμένα χωματίλα και καμένο ξύλο. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
    • άλλες μορφές: καημένος (λαϊκότροπο), καϋμένος (σπάνιο)
  2. ειδικότεραπου έχει αλλοιωθεί, συνήθως από θερμοκρασία Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηπου είναι εθισμένος στα ναρκωτικά ή στο αλκοόλ· που δεν μπορεί να σκεφτεί σωστά ή λέει περίεργα πράγματα (διότι έχει καεί το μυαλό του) Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάαυτός του οποίου η μυστική ή παράνομη δράση έχει αποκαλυφθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καίω / καίγω

Άλλοι τύποι

καμένακαμένεκαμένεςκαμένηκαμένηςκαμένοκαμένοικαμένοςκαμένουκαμένουςκαμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →