Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καραντί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςθαλασσοταραχή που επενεργεί ακόμα και μετά την κατάπαυση του ανέμου Βικιλεξικό
    • Το καραντί, το καραντί θα μας μπατάρει, / σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά, / από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά / κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει. (Νίκος Καββαδίας, Καραντί)
    • ηγωνίων, επάλαιον και ετήκοντο, εις το καραντί κι εις την χιονιάν, εις την φουσκοθαλασσιάν κι εις την μπόραν. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ταξίδι - Βαπόρι - Ρωμέικο, 1895)
    • Ὅλη μέρα ἦταν μπονάτσα καραντί, τὰ τρία καράβια δὲν μποροῦσαν οὔτε μπρὸς νὰ πᾶν, οὔτε πίσου νὰ γυρίσουν γιὰ ν᾽ ἀράξουνε. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά, 1892)
    • Στο θαλάσσιο χώρο μπροστά από τη γλύφα κάνει μόνιμα καραντιά. Εκεί άραζαν αρόδου προκατοχικά παροπλισμένα ιστιοφόρα και καΐκια μέχρι να ξαναταξιδέψουν. (*)
  2. κλυδωνισμός ή κυματισμός που δεν είναι εμφανής ή εξέλιπε η αρχική του αιτία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καραντί < τουρκική karıntı

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαραντίκαραντιά
Γενικήκαραντιούκαραντιών
Αιτιατικήκαραντίκαραντιά
Κλητικήκαραντίκαραντιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →