καρπερός
•
- αυτός που δίνει πολλούς καρπούς Βικιλεξικό
- καρπερό δέντρο
- ζώο ή άνθρωπος που γεννάει συχνά Βικιλεξικό
- καρπερή γυναίκα
- Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)
Ετυμολογία
καρπερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρπερός < καρπός + -ερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρπερός | καρπερή | καρπερό |
| Γενική | καρπερού | καρπερής | καρπερού |
| Αιτιατική | καρπερό | καρπερή | καρπερό |
| Κλητική | καρπερέ | καρπερή | καρπερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρπεροί | καρπερές | καρπερά |
| Γενική | καρπερών | καρπερών | καρπερών |
| Αιτιατική | καρπερούς | καρπερές | καρπερά |
| Κλητική | καρπεροί | καρπερές | καρπερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →