καρυοτυπικός
•
- που έχει σχέση με τον καρυότυπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρυοτυπικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: karyotypic < karyotype < αρχαία ελληνική κάρυον + τύπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρυοτυπικός | καρυοτυπική | καρυοτυπικό |
| Γενική | καρυοτυπικού | καρυοτυπικής | καρυοτυπικού |
| Αιτιατική | καρυοτυπικό | καρυοτυπική | καρυοτυπικό |
| Κλητική | καρυοτυπικέ | καρυοτυπική | καρυοτυπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρυοτυπικοί | καρυοτυπικές | καρυοτυπικά |
| Γενική | καρυοτυπικών | καρυοτυπικών | καρυοτυπικών |
| Αιτιατική | καρυοτυπικούς | καρυοτυπικές | καρυοτυπικά |
| Κλητική | καρυοτυπικοί | καρυοτυπικές | καρυοτυπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →