κατάδρομος
•
- που κινείται προς τα κάτω, που κινείται σύμφωνα με τη φυσική ροή ή φορά Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου αφορά το είδος ψαριού που κινείται από τα ποτάμια προς τις θάλασσες («κατέρχεται», «κατεβαίνει» προς τη θάλασσα) Βικιλεξικό
- εντομολογίαέντομα που ανήκουν στην οικογένεια Carabidae και στην τάξη των Κολεοπτέρων (Coleoptera) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάδρομος (νεολογισμός) < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάδρομος. Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + -δρομος (σε αντιστοιχία με το ανάδρομος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάδρομος | κατάδρομη | κατάδρομο |
| Γενική | κατάδρομου | κατάδρομης | κατάδρομου |
| Αιτιατική | κατάδρομο | κατάδρομη | κατάδρομο |
| Κλητική | κατάδρομε | κατάδρομη | κατάδρομο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάδρομοι | κατάδρομες | κατάδρομα |
| Γενική | κατάδρομων | κατάδρομων | κατάδρομων |
| Αιτιατική | κατάδρομους | κατάδρομες | κατάδρομα |
| Κλητική | κατάδρομοι | κατάδρομες | κατάδρομα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →