Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάδρομος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κινείται προς τα κάτω, που κινείται σύμφωνα με τη φυσική ροή ή φορά Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου αφορά το είδος ψαριού που κινείται από τα ποτάμια προς τις θάλασσες («κατέρχεται», «κατεβαίνει» προς τη θάλασσα) Βικιλεξικό
  3. εντομολογίαέντομα που ανήκουν στην οικογένεια Carabidae και στην τάξη των Κολεοπτέρων (Coleoptera) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάδρομος (νεολογισμός) < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάδρομος. Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + -δρομος (σε αντιστοιχία με το ανάδρομος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάδρομοςκατάδρομηκατάδρομο
Γενικήκατάδρομουκατάδρομηςκατάδρομου
Αιτιατικήκατάδρομοκατάδρομηκατάδρομο
Κλητικήκατάδρομεκατάδρομηκατάδρομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάδρομοικατάδρομεςκατάδρομα
Γενικήκατάδρομωνκατάδρομωνκατάδρομων
Αιτιατικήκατάδρομουςκατάδρομεςκατάδρομα
Κλητικήκατάδρομοικατάδρομεςκατάδρομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →