Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάδρομος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςσχοινί μεταξύ ιστίων, ή μεταξύ ιστίου και καταστρώματος ή προβόλου, τεντωμένο λοξά Βικιλεξικό
    • πρβ. αναδρομικό ιστίο
  2. λαϊκότροποπολύ ανηφορικός δρόμος, μεγάλος ανήφορος, Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάδρομος < ελληνιστική κοινή ἀνάδρομος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάδρομοςανάδρομοι
Γενικήανάδρομουανάδρομων
Αιτιατικήανάδρομοανάδρομους
Κλητικήανάδρομεανάδρομοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ανάδρομος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κινείται προς τα πάνω, που κινείται αντίθετα με τη φυσική ροή ή φορά Βικιλεξικό
    • (ειδικότερα) (ιχθυολογία) που αφορά το είδος ψαριού που μετακινείται («ανέρχεται») από τη θάλασσα στα ποτάμια για να γεννήσει
  2. που κινείται από τα αριστερά προς τα δεξιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάδρομος < ελληνιστική κοινή ἀνάδρομος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάδρομοςανάδρομηανάδρομο
Γενικήανάδρομουανάδρομηςανάδρομου
Αιτιατικήανάδρομοανάδρομηανάδρομο
Κλητικήανάδρομεανάδρομηανάδρομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάδρομοιανάδρομεςανάδρομα
Γενικήανάδρομωνανάδρομωνανάδρομων
Αιτιατικήανάδρομουςανάδρομεςανάδρομα
Κλητικήανάδρομοιανάδρομεςανάδρομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →