ανάδρομος
•
- ναυτικός όροςσχοινί μεταξύ ιστίων, ή μεταξύ ιστίου και καταστρώματος ή προβόλου, τεντωμένο λοξά Βικιλεξικό
- πρβ. αναδρομικό ιστίο
- λαϊκότροποπολύ ανηφορικός δρόμος, μεγάλος ανήφορος, Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάδρομος < ελληνιστική κοινή ἀνάδρομος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάδρομος | ανάδρομοι |
| Γενική | ανάδρομου | ανάδρομων |
| Αιτιατική | ανάδρομο | ανάδρομους |
| Κλητική | ανάδρομε | ανάδρομοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →