Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάταξη

/kaˈta.ta.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό
  4. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό
  5. στρατιωτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάταξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάταξις (< αρχαία ελληνική κατατάσσω < κατά- + τάσσω), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική classification

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάταξηκατατάξεις
Γενικήκατάταξηςκατατάξεων
Αιτιατικήκατάταξηκατατάξεις
Κλητικήκατάταξηκατατάξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →