κατάταξη
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάταξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάταξις (< αρχαία ελληνική κατατάσσω < κατά- + τάσσω), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική classification
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάταξη | κατατάξεις |
| Γενική | κατάταξης | κατατάξεων |
| Αιτιατική | κατάταξη | κατατάξεις |
| Κλητική | κατάταξη | κατατάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →