Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακρεουργώ

ρήμα
•
  1. σφάζω κάποιον διαμελίζοντάς τον Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπερικόπτω σημεία ενός κειμένου, κινηματογραφικού έργου κ.λπ. λογοκρίνοντάς το Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατακρεουργώ < αρχαία ελληνική κατακρεουργέω / κατακρεουργῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική massacrer)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατακρεουργώκατακρεουργείςκατακρεουργείκατακρεουργούμεκατακρεουργείτεκατακρεουργούν / κατακρεουργούνε
Παρατατικόςκατακρεουργούσακατακρεουργούσεςκατακρεουργούσεκατακρεουργούσαμεκατακρεουργούσατεκατακρεουργούσαν / κατακρεουργούσανε
Αόριστοςκατακρεούργησακατακρεούργησεςκατακρεούργησεκατακρεουργήσαμεκατακρεουργήσατεκατακρεουργήσαν / κατακρεουργήσανε / κατακρεούργησαν
Μέλλονταςθα κατακρεουργήσω / θα κατακρεουργώθα κατακρεουργήσεις / θα κατακρεουργείςθα κατακρεουργήσει / θα κατακρεουργείθα κατακρεουργήσουμε / θα κατακρεουργούμεθα κατακρεουργήσετε / θα κατακρεουργείτεθα κατακρεουργήσουν / θα κατακρεουργήσουνε / θα κατακρεουργούν / θα κατακρεουργούνε
Παρακείμενοςέχω κατακρεουργήσειέχεις κατακρεουργήσειέχει κατακρεουργήσειέχουμε κατακρεουργήσειέχετε κατακρεουργήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κατακρεουργήσειείχες κατακρεουργήσειείχε κατακρεουργήσειείχαμε κατακρεουργήσει——
Υποτακτικήνα έχω κατακρεουργήσει / να κατακρεουργήσω / να κατακρεουργώνα έχεις κατακρεουργήσει / να κατακρεουργήσεις / να κατακρεουργείςνα έχει κατακρεουργήσει / να κατακρεουργήσει / να κατακρεουργείνα έχουμε κατακρεουργήσει / να κατακρεουργήσουμε / να κατακρεουργούμενα έχετε κατακρεουργήσει / να κατακρεουργήσετε / να κατακρεουργείτενα κατακρεουργήσουν / να κατακρεουργήσουνε / να κατακρεουργούν / να κατακρεουργούνε
Προστακτική—κατακρεούργει / κατακρεούργησε——κατακρεουργήστε / κατακρεουργείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →