καταλογίζω
•
- αποδίδω, επιρρίπτω, προσάπτω ευθύνη Βικιλεξικό
- Αν και τασσόταν στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης του Μαυροκορδάτου, δεν δίσταζε να της καταλογίζει και ευθύνες. (Νίκος Θέμελης (2014). Η αναχώρηση [μυθιστόρημα])
- λογαριάζω σε βάρος κάποιου Βικιλεξικό
- χρεώνω, φορτώνω ή επιφορτίζω ευθύνη, τέλη, έξοδα Βικιλεξικό
- παρωχημένη σημασίαγράφω στον κατάλογο, ταξινομώ, αναθέτω Βικιλεξικό
- Λόγω έκτακτης βάρδιας, αναγκαστικά καταλογίστηκαν δύο επιπλέον άτομα να καταλάβουν το συγκεκριμένο πόστο.
- Δίδω ὡς παράδειγμα τὴν ἀρχὴν τοῦ «Δημάρατου», ποίημα ποῦ τὴν ἀξία του καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Καβάφη ἀκόµη οἱ πιὸ πείσµονες ἀναγνωρίζουν καὶ τὸ καταλογίζουν µέσα στὰ ἀριστουργήματά του.
Ετυμολογία
καταλογίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταλογίζομαι, καταλογίζω (λογαριάζω, αποδίδω) < κατα- + < λογισμός < λόγος < λέγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leǵ-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταλογίζω | καταλογίζεις | καταλογίζει | καταλογίζουμε | καταλογίζετε | καταλογίζουν / καταλογίζουνε |
| Παρατατικός | καταλόγιζα | καταλόγιζες | καταλόγιζε | καταλογίζαμε | καταλογίζατε | καταλογίζαν / καταλογίζανε / καταλόγιζαν |
| Αόριστος | καταλόγισα | καταλόγισες | καταλόγισε | καταλογίσαμε | καταλογίσατε | καταλογίσαν / καταλογίσανε / καταλόγισαν |
| Μέλλοντας | θα καταλογίζω / θα καταλογίσω | θα καταλογίζεις / θα καταλογίσεις | θα καταλογίζει / θα καταλογίσει | θα καταλογίζουμε / θα καταλογίσουμε | θα καταλογίζετε / θα καταλογίσετε | θα καταλογίζουν / θα καταλογίζουνε / θα καταλογίσουν / θα καταλογίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταλογίσει | έχεις καταλογίσει | έχει καταλογίσει | έχουμε καταλογίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταλογίσει | είχες καταλογίσει | είχε καταλογίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταλογίσει / να καταλογίζω / να καταλογίσω | να έχεις καταλογίσει / να καταλογίζεις / να καταλογίσεις | να έχει καταλογίσει / να καταλογίζει / να καταλογίσει | να έχουμε καταλογίσει / να καταλογίζουμε / να καταλογίσουμε | να καταλογίζετε / να καταλογίσετε | να καταλογίζουν / να καταλογίζουνε / να καταλογίσουν / να καταλογίσουνε |
| Προστακτική | — | καταλόγιζε / καταλόγισε | — | — | καταλογίζετε / καταλογίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταλογίστηκακαταλογίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →