Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταλογίζω

/ka.ta.loˈʝi.zo/ρήμα
•
  1. αποδίδω, επιρρίπτω, προσάπτω ευθύνη Βικιλεξικό
    • Αν και τασσόταν στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης του Μαυροκορδάτου, δεν δίσταζε να της καταλογίζει και ευθύνες. (Νίκος Θέμελης (2014). Η αναχώρηση [μυθιστόρημα])
  2. λογαριάζω σε βάρος κάποιου Βικιλεξικό
  3. χρεώνω, φορτώνω ή επιφορτίζω ευθύνη, τέλη, έξοδα Βικιλεξικό
  4. παρωχημένη σημασίαγράφω στον κατάλογο, ταξινομώ, αναθέτω Βικιλεξικό
    • Λόγω έκτακτης βάρδιας, αναγκαστικά καταλογίστηκαν δύο επιπλέον άτομα να καταλάβουν το συγκεκριμένο πόστο.
    • Δίδω ὡς παράδειγμα τὴν ἀρχὴν τοῦ «Δημάρατου», ποίημα ποῦ τὴν ἀξία του καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Καβάφη ἀκόµη οἱ πιὸ πείσµονες ἀναγνωρίζουν καὶ τὸ καταλογίζουν µέσα στὰ ἀριστουργήματά του.

Ετυμολογία

καταλογίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταλογίζομαι, καταλογίζω (λογαριάζω, αποδίδω) < κατα- + < λογισμός < λόγος < λέγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leǵ-

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταλογίζωκαταλογίζειςκαταλογίζεικαταλογίζουμεκαταλογίζετεκαταλογίζουν / καταλογίζουνε
Παρατατικόςκαταλόγιζακαταλόγιζεςκαταλόγιζεκαταλογίζαμεκαταλογίζατεκαταλογίζαν / καταλογίζανε / καταλόγιζαν
Αόριστοςκαταλόγισακαταλόγισεςκαταλόγισεκαταλογίσαμεκαταλογίσατεκαταλογίσαν / καταλογίσανε / καταλόγισαν
Μέλλονταςθα καταλογίζω / θα καταλογίσωθα καταλογίζεις / θα καταλογίσειςθα καταλογίζει / θα καταλογίσειθα καταλογίζουμε / θα καταλογίσουμεθα καταλογίζετε / θα καταλογίσετεθα καταλογίζουν / θα καταλογίζουνε / θα καταλογίσουν / θα καταλογίσουνε
Παρακείμενοςέχω καταλογίσειέχεις καταλογίσειέχει καταλογίσειέχουμε καταλογίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα καταλογίσειείχες καταλογίσειείχε καταλογίσει———
Υποτακτικήνα έχω καταλογίσει / να καταλογίζω / να καταλογίσωνα έχεις καταλογίσει / να καταλογίζεις / να καταλογίσειςνα έχει καταλογίσει / να καταλογίζει / να καταλογίσεινα έχουμε καταλογίσει / να καταλογίζουμε / να καταλογίσουμενα καταλογίζετε / να καταλογίσετενα καταλογίζουν / να καταλογίζουνε / να καταλογίσουν / να καταλογίσουνε
Προστακτική—καταλόγιζε / καταλόγισε——καταλογίζετε / καταλογίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καταλογίστηκακαταλογίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →