καταναλώσιμος
•
- που είναι δυνατόν να καταναλωθεί, είναι κατάλληλος για κατανάλωση ή προορίζεται γι’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταναλώσιμος < κατανάλωση + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταναλώσιμος | καταναλώσιμη | καταναλώσιμο |
| Γενική | καταναλώσιμου | καταναλώσιμης | καταναλώσιμου |
| Αιτιατική | καταναλώσιμο | καταναλώσιμη | καταναλώσιμο |
| Κλητική | καταναλώσιμε | καταναλώσιμη | καταναλώσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταναλώσιμοι | καταναλώσιμες | καταναλώσιμα |
| Γενική | καταναλώσιμων | καταναλώσιμων | καταναλώσιμων |
| Αιτιατική | καταναλώσιμους | καταναλώσιμες | καταναλώσιμα |
| Κλητική | καταναλώσιμοι | καταναλώσιμες | καταναλώσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →