Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταναλώσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να καταναλωθεί, είναι κατάλληλος για κατανάλωση ή προορίζεται γι’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταναλώσιμος < κατανάλωση + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταναλώσιμοςκαταναλώσιμηκαταναλώσιμο
Γενικήκαταναλώσιμουκαταναλώσιμηςκαταναλώσιμου
Αιτιατικήκαταναλώσιμοκαταναλώσιμηκαταναλώσιμο
Κλητικήκαταναλώσιμεκαταναλώσιμηκαταναλώσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταναλώσιμοικαταναλώσιμεςκαταναλώσιμα
Γενικήκαταναλώσιμωνκαταναλώσιμωνκαταναλώσιμων
Αιτιατικήκαταναλώσιμουςκαταναλώσιμεςκαταναλώσιμα
Κλητικήκαταναλώσιμοικαταναλώσιμεςκαταναλώσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →