καταξεσκίζω
•
- σκίζω κάτι τελείως Βικιλεξικό
- προξενώ τραύματα, γδαρσίματα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταξεσκίζω < μεσαιωνική ελληνική καταξεσκίζω / καταξεσχίζω < κατά + ξεσκίζω / ξεσχίζω < σκίζω < αρχαία ελληνική σχίζω < πρωτοελληνική *skʰíďďō < αρχαία ελληνική σχίζω *skeyd- (διαιρώ, χωρίζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταξεσκίζω | καταξεσκίζεις | καταξεσκίζει | καταξεσκίζουμε | καταξεσκίζετε | καταξεσκίζουν / καταξεσκίζουνε |
| Παρατατικός | καταξέσκιζα | καταξέσκιζες | καταξέσκιζε | καταξεσκίζαμε | καταξεσκίζατε | καταξέσκιζαν / καταξεσκίζαν / καταξεσκίζανε |
| Αόριστος | καταξέσκισα | καταξέσκισες | καταξέσκισε | καταξεσκίσαμε | καταξεσκίσατε | καταξέσκισαν / καταξεσκίσαν / καταξεσκίσανε |
| Μέλλοντας | θα καταξεσκίζω / θα καταξεσκίσω | θα καταξεσκίζεις / θα καταξεσκίσεις | θα καταξεσκίζει / θα καταξεσκίσει | θα καταξεσκίζουμε / θα καταξεσκίσουμε | θα καταξεσκίζετε / θα καταξεσκίσετε | θα καταξεσκίζουν / θα καταξεσκίζουνε / θα καταξεσκίσουν / θα καταξεσκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταξεσκίσει | έχεις καταξεσκίσει | έχει καταξεσκίσει | έχουμε καταξεσκίσει | έχετε καταξεσκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταξεσκίσει | είχες καταξεσκίσει | είχε καταξεσκίσει | είχαμε καταξεσκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταξεσκίσει / να καταξεσκίζω / να καταξεσκίσω | να έχεις καταξεσκίσει / να καταξεσκίζεις / να καταξεσκίσεις | να έχει καταξεσκίσει / να καταξεσκίζει / να καταξεσκίσει | να έχουμε καταξεσκίσει / να καταξεσκίζουμε / να καταξεσκίσουμε | να έχετε καταξεσκίσει / να καταξεσκίζετε / να καταξεσκίσετε | να καταξεσκίζουν / να καταξεσκίζουνε / να καταξεσκίσουν / να καταξεσκίσουνε |
| Προστακτική | — | καταξέσκιζε / καταξέσκισε | — | — | καταξεσκίζετε / καταξεσκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →