Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταξεσκίζω

ρήμα
•
  1. σκίζω κάτι τελείως Βικιλεξικό
  2. προξενώ τραύματα, γδαρσίματα κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταξεσκίζω < μεσαιωνική ελληνική καταξεσκίζω / καταξεσχίζω < κατά + ξεσκίζω / ξεσχίζω < σκίζω < αρχαία ελληνική σχίζω < πρωτοελληνική *skʰíďďō < αρχαία ελληνική σχίζω *skeyd- (διαιρώ, χωρίζω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταξεσκίζωκαταξεσκίζειςκαταξεσκίζεικαταξεσκίζουμεκαταξεσκίζετεκαταξεσκίζουν / καταξεσκίζουνε
Παρατατικόςκαταξέσκιζακαταξέσκιζεςκαταξέσκιζεκαταξεσκίζαμεκαταξεσκίζατεκαταξέσκιζαν / καταξεσκίζαν / καταξεσκίζανε
Αόριστοςκαταξέσκισακαταξέσκισεςκαταξέσκισεκαταξεσκίσαμεκαταξεσκίσατεκαταξέσκισαν / καταξεσκίσαν / καταξεσκίσανε
Μέλλονταςθα καταξεσκίζω / θα καταξεσκίσωθα καταξεσκίζεις / θα καταξεσκίσειςθα καταξεσκίζει / θα καταξεσκίσειθα καταξεσκίζουμε / θα καταξεσκίσουμεθα καταξεσκίζετε / θα καταξεσκίσετεθα καταξεσκίζουν / θα καταξεσκίζουνε / θα καταξεσκίσουν / θα καταξεσκίσουνε
Παρακείμενοςέχω καταξεσκίσειέχεις καταξεσκίσειέχει καταξεσκίσειέχουμε καταξεσκίσειέχετε καταξεσκίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καταξεσκίσειείχες καταξεσκίσειείχε καταξεσκίσειείχαμε καταξεσκίσει——
Υποτακτικήνα έχω καταξεσκίσει / να καταξεσκίζω / να καταξεσκίσωνα έχεις καταξεσκίσει / να καταξεσκίζεις / να καταξεσκίσειςνα έχει καταξεσκίσει / να καταξεσκίζει / να καταξεσκίσεινα έχουμε καταξεσκίσει / να καταξεσκίζουμε / να καταξεσκίσουμενα έχετε καταξεσκίσει / να καταξεσκίζετε / να καταξεσκίσετενα καταξεσκίζουν / να καταξεσκίζουνε / να καταξεσκίσουν / να καταξεσκίσουνε
Προστακτική—καταξέσκιζε / καταξέσκισε——καταξεσκίζετε / καταξεσκίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →