Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπτοώ

ρήμα
•
  1. λόγιοπροξενώ σε κάποιον μείωση των ψυχικών δυνάμεων και αντοχών καθώς και απώλεια του θάρρους του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπτοώ < ελληνιστική κοινή καταπτοέω / καταπτοῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταπτοώκαταπτοείςκαταπτοείκαταπτοούμεκαταπτοείτεκαταπτοούν / καταπτοούνε
Παρατατικόςκαταπτοούσακαταπτοούσεςκαταπτοούσεκαταπτοούσαμεκαταπτοούσατεκαταπτοούσαν / καταπτοούσανε
Αόριστοςκαταπτόησακαταπτόησεςκαταπτόησεκαταπτοήσαμεκαταπτοήσατεκαταπτοήσαν / καταπτοήσανε / καταπτόησαν
Μέλλονταςθα καταπτοήσω / θα καταπτοώθα καταπτοήσεις / θα καταπτοείςθα καταπτοήσει / θα καταπτοείθα καταπτοήσουμε / θα καταπτοούμεθα καταπτοήσετε / θα καταπτοείτεθα καταπτοήσουν / θα καταπτοήσουνε / θα καταπτοούν / θα καταπτοούνε
Παρακείμενοςέχω καταπτοήσειέχεις καταπτοήσειέχει καταπτοήσειέχουμε καταπτοήσειέχετε καταπτοήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καταπτοήσειείχες καταπτοήσειείχε καταπτοήσειείχαμε καταπτοήσει——
Υποτακτικήνα έχω καταπτοήσει / να καταπτοήσω / να καταπτοώνα έχεις καταπτοήσει / να καταπτοήσεις / να καταπτοείςνα έχει καταπτοήσει / να καταπτοήσει / να καταπτοείνα έχουμε καταπτοήσει / να καταπτοήσουμε / να καταπτοούμενα έχετε καταπτοήσει / να καταπτοήσετε / να καταπτοείτενα καταπτοήσουν / να καταπτοήσουνε / να καταπτοούν / να καταπτοούνε
Προστακτική—καταπτόει / καταπτόησε——καταπτοήστε / καταπτοείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →