κατασβεστικός
•
- που έχει σχέση με την κατάσβεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασβεστικός < κατάσβεσ(ις) > κατάσβεσ(η) + -τικός, ήδη το 1887 Δείτε και το μεσαιωνικό κατασβεστικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατασβεστικός | κατασβεστική | κατασβεστικό |
| Γενική | κατασβεστικού | κατασβεστικής | κατασβεστικού |
| Αιτιατική | κατασβεστικό | κατασβεστική | κατασβεστικό |
| Κλητική | κατασβεστικέ | κατασβεστική | κατασβεστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατασβεστικοί | κατασβεστικές | κατασβεστικά |
| Γενική | κατασβεστικών | κατασβεστικών | κατασβεστικών |
| Αιτιατική | κατασβεστικούς | κατασβεστικές | κατασβεστικά |
| Κλητική | κατασβεστικοί | κατασβεστικές | κατασβεστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →