κατασκιάζω
•
- σκιάζω σε όλη την έκταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασκιάζω < αρχαία ελληνική κατασκιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασκιάζω | κατασκιάζεις | κατασκιάζει | κατασκιάζουμε | κατασκιάζετε | κατασκιάζουν / κατασκιάζουνε |
| Παρατατικός | κατασκίαζα | κατασκίαζες | κατασκίαζε | κατασκιάζαμε | κατασκιάζατε | κατασκίαζαν / κατασκιάζαν / κατασκιάζανε |
| Αόριστος | κατασκίασα | κατασκίασες | κατασκίασε | κατασκιάσαμε | κατασκιάσατε | κατασκίασαν / κατασκιάσαν / κατασκιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κατασκιάζω / θα κατασκιάσω | θα κατασκιάζεις / θα κατασκιάσεις | θα κατασκιάζει / θα κατασκιάσει | θα κατασκιάζουμε / θα κατασκιάσουμε | θα κατασκιάζετε / θα κατασκιάσετε | θα κατασκιάζουν / θα κατασκιάζουνε / θα κατασκιάσουν / θα κατασκιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασκιάσει | έχεις κατασκιάσει | έχει κατασκιάσει | έχουμε κατασκιάσει | έχετε κατασκιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασκιάσει | είχες κατασκιάσει | είχε κατασκιάσει | είχαμε κατασκιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασκιάσει / να κατασκιάζω / να κατασκιάσω | να έχεις κατασκιάσει / να κατασκιάζεις / να κατασκιάσεις | να έχει κατασκιάσει / να κατασκιάζει / να κατασκιάσει | να έχουμε κατασκιάσει / να κατασκιάζουμε / να κατασκιάσουμε | να έχετε κατασκιάσει / να κατασκιάζετε / να κατασκιάσετε | να κατασκιάζουν / να κατασκιάζουνε / να κατασκιάσουν / να κατασκιάσουνε |
| Προστακτική | — | κατασκίαζε / κατασκίασε | — | — | κατασκιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατασκιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →