κατατακτήριες
•
- εκπαίδευσηεξετάσεις που αποσκοπούν στην κατάταξη σε συγκεκριμένη εκπαιδευτική βαθμίδα ή σχολή σπουδαστών ή αποφοίτων άλλων βαθμίδων ή σχολών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατακτήριες < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου κατατακτήριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατατακτήριες | κατατακτήριες |
| Γενική | — | κατατακτηρίων |
| Αιτιατική | — | κατατακτήριες |
| Κλητική | — | κατατακτήριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →