κατατακτήριος
•
- που έχει σχέση με την κατάταξη, αναφέρεται ή αποσκοπεί σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκατατακτήριες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατακτήριος < κατατάσσω + -τήριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατατακτήριος | κατατακτήρια | κατατακτήριο |
| Γενική | κατατακτήριου | κατατακτήριας | κατατακτήριου |
| Αιτιατική | κατατακτήριο | κατατακτήρια | κατατακτήριο |
| Κλητική | κατατακτήριε | κατατακτήρια | κατατακτήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατατακτήριοι | κατατακτήριες | κατατακτήρια |
| Γενική | κατατακτήριων | κατατακτήριων | κατατακτήριων |
| Αιτιατική | κατατακτήριους | κατατακτήριες | κατατακτήρια |
| Κλητική | κατατακτήριοι | κατατακτήριες | κατατακτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →