Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατατακτήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κατάταξη, αναφέρεται ή αποσκοπεί σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκατατακτήριες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατατακτήριος < κατατάσσω + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατατακτήριοςκατατακτήριακατατακτήριο
Γενικήκατατακτήριουκατατακτήριαςκατατακτήριου
Αιτιατικήκατατακτήριοκατατακτήριακατατακτήριο
Κλητικήκατατακτήριεκατατακτήριακατατακτήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατατακτήριοικατατακτήριεςκατατακτήρια
Γενικήκατατακτήριωνκατατακτήριωνκατατακτήριων
Αιτιατικήκατατακτήριουςκατατακτήριεςκατατακτήρια
Κλητικήκατατακτήριοικατατακτήριεςκατατακτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →