κατατεμαχίζω
•
- τεμαχίζω σε πολλά μικρότερα κομμάτια Βικιλεξικό
- χωρίζω μια μεγάλη έκταση σε μικρότερες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατεμαχίζω < μεσαιωνική ελληνική κατατεμαχίζω < κατα- + (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική τέμαχος < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (τέμνω, κόβω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατατεμαχίζω | κατατεμαχίζεις | κατατεμαχίζει | κατατεμαχίζουμε | κατατεμαχίζετε | κατατεμαχίζουν / κατατεμαχίζουνε |
| Παρατατικός | κατατεμάχιζα | κατατεμάχιζες | κατατεμάχιζε | κατατεμαχίζαμε | κατατεμαχίζατε | κατατεμάχιζαν / κατατεμαχίζαν / κατατεμαχίζανε |
| Αόριστος | κατατεμάχισα | κατατεμάχισες | κατατεμάχισε | κατατεμαχίσαμε | κατατεμαχίσατε | κατατεμάχισαν / κατατεμαχίσαν / κατατεμαχίσανε |
| Μέλλοντας | θα κατατεμαχίζω / θα κατατεμαχίσω | θα κατατεμαχίζεις / θα κατατεμαχίσεις | θα κατατεμαχίζει / θα κατατεμαχίσει | θα κατατεμαχίζουμε / θα κατατεμαχίσουμε | θα κατατεμαχίζετε / θα κατατεμαχίσετε | θα κατατεμαχίζουν / θα κατατεμαχίζουνε / θα κατατεμαχίσουν / θα κατατεμαχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατατεμαχίσει | έχεις κατατεμαχίσει | έχει κατατεμαχίσει | έχουμε κατατεμαχίσει | έχετε κατατεμαχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατατεμαχίσει | είχες κατατεμαχίσει | είχε κατατεμαχίσει | είχαμε κατατεμαχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατατεμαχίσει / να κατατεμαχίζω / να κατατεμαχίσω | να έχεις κατατεμαχίσει / να κατατεμαχίζεις / να κατατεμαχίσεις | να έχει κατατεμαχίσει / να κατατεμαχίζει / να κατατεμαχίσει | να έχουμε κατατεμαχίσει / να κατατεμαχίζουμε / να κατατεμαχίσουμε | να έχετε κατατεμαχίσει / να κατατεμαχίζετε / να κατατεμαχίσετε | να κατατεμαχίζουν / να κατατεμαχίζουνε / να κατατεμαχίσουν / να κατατεμαχίσουνε |
| Προστακτική | — | κατατεμάχιζε / κατατεμάχισε | — | — | κατατεμαχίζετε / κατατεμαχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →