Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταχαρούμενος

/ka.ta.xaˈɾu.me.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. επιτατική μετοχή ως επίθετοπου είναι σε μεγάλο βαθμό χαρούμενος Βικιλεξικό
    • Και μπαίνει, που λέτε, την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς στην αίθουσα καταχαρούμενος και τι να δει; Πέντε όλους κι όλους φοιτητές πάλι: δυό Αμερικανές χίπισσες, έναν νεαρό Γάλλο με πατομπούκαλα για γυαλιά, μια Ινδή με βούλα στο μέτωπο και έναν μουσουλμάνο κύριο με ρόμπα. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

καταχαρούμενος < επιτατικό κατα- + μετοχή χαρούμενος

Άλλοι τύποι

καταχαρούμενακαταχαρούμενεκαταχαρούμενεςκαταχαρούμενηκαταχαρούμενηςκαταχαρούμενοκαταχαρούμενοικαταχαρούμενοςκαταχαρούμενουκαταχαρούμενουςκαταχαρούμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →