καυστικός
•
- χημείαπου καίει, διαβρώνει ή ερεθίζει ό,τι έρχεται σε επαφή μαζί του (π.χ. αλκαλικές ενώσεις) Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου θίγει, προσβάλλει ή ενοχλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καυστικός < αρχαία ελληνική καυστικός < καυστός < καίω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική caustique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καυστικός | καυστική | καυστικό |
| Γενική | καυστικού | καυστικής | καυστικού |
| Αιτιατική | καυστικό | καυστική | καυστικό |
| Κλητική | καυστικέ | καυστική | καυστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καυστικοί | καυστικές | καυστικά |
| Γενική | καυστικών | καυστικών | καυστικών |
| Αιτιατική | καυστικούς | καυστικές | καυστικά |
| Κλητική | καυστικοί | καυστικές | καυστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →