κηλιδώνω
•
- αποτελώ ηθική κηλίδα, σπιλώνω, ντροπιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κηλιδώνω < αρχαία ελληνική κηλιδῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κηλιδώνω | κηλιδώνεις | κηλιδώνει | κηλιδώνουμε | κηλιδώνετε | κηλιδώνουν / κηλιδώνουνε |
| Παρατατικός | κηλίδωνα | κηλίδωνες | κηλίδωνε | κηλιδώναμε | κηλιδώνατε | κηλίδωναν / κηλιδώναν / κηλιδώνανε |
| Αόριστος | κηλίδωσα | κηλίδωσες | κηλίδωσε | κηλιδώσαμε | κηλιδώσατε | κηλίδωσαν / κηλιδώσαν / κηλιδώσανε |
| Μέλλοντας | θα κηλιδώνω / θα κηλιδώσω | θα κηλιδώνεις / θα κηλιδώσεις | θα κηλιδώνει / θα κηλιδώσει | θα κηλιδώνουμε / θα κηλιδώσουμε | θα κηλιδώνετε / θα κηλιδώσετε | θα κηλιδώνουν / θα κηλιδώνουνε / θα κηλιδώσουν / θα κηλιδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κηλιδώσει | έχεις κηλιδώσει | έχει κηλιδώσει | έχουμε κηλιδώσει | έχετε κηλιδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κηλιδώσει | είχες κηλιδώσει | είχε κηλιδώσει | είχαμε κηλιδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κηλιδώσει / να κηλιδώνω / να κηλιδώσω | να έχεις κηλιδώσει / να κηλιδώνεις / να κηλιδώσεις | να έχει κηλιδώσει / να κηλιδώνει / να κηλιδώσει | να έχουμε κηλιδώσει / να κηλιδώνουμε / να κηλιδώσουμε | να έχετε κηλιδώσει / να κηλιδώνετε / να κηλιδώσετε | να κηλιδώνουν / να κηλιδώνουνε / να κηλιδώσουν / να κηλιδώσουνε |
| Προστακτική | — | κηλίδωνε / κηλίδωσε | — | — | κηλιδώνετε / κηλιδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →