κοινοβούλιο
•
- πολιτικήσώμα εκλεγμένων λαϊκών αντιπροσώπων που ασκεί νομοθετικό έργο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο κτήριο που συνεδριάζει το ως άνω σώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινοβούλιο < ελληνιστική κοινή κοινοβούλιον < αρχαία ελληνική κοινός + βουλή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινοβούλιο | κοινοβούλια |
| Γενική | κοινοβουλίου / κοινοβούλιου | κοινοβουλίων |
| Αιτιατική | κοινοβούλιο | κοινοβούλια |
| Κλητική | κοινοβούλιο | κοινοβούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →