κολλάω
•
- ενώνω δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή μέρη αντικειμένου με κάποια κόλλα Βικιλεξικό
- μεταφορικάβρίσκομαι σε πολύ στενή επαφή με κάποιον, είμαι πολύ καλός φίλος με κάποιον Βικιλεξικό
- Έχουν κολλήσει για τα καλά οι δυό τους.
- μεταφορικάακολουθώ κάποιον συνεχώς από πολύ μικρή απόσταση Βικιλεξικό
- Προσπέρασα κάποιον στο δρόμο με το αυτοκίνητο κι αυτός μετά κόλλησε από πίσω μου και μου άναβε τα φώτα.
- μεταφορικάφέρομαι προκλητικά ή επιθετικά απέναντι σε κάποιον, παρενοχλώ Βικιλεξικό
- Μη μου κολλάς εμένα, γιατί θα πάρω ανάποδες!
- μεταφορικάπροσπαθώ να προσεγγίσω ερωτικά ένα άτομο ή παρενοχλώ σεξουαλικά Βικιλεξικό
- Τι γίνεται με τον Τάκη; Μου φαίνεται ότι σου κολλάει!
- αντιμετωπίζω μια δυσκολία κατά την πρόοδο μιας εργασίας που με εμποδίζει να συνεχίσω Βικιλεξικό
- Έχω κολλήσει εδώ και δυο ώρες σε μια άσκηση και δεν μπορώ να τη λύσω με τίποτα.
- αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε μια δραστηριότητα που με απορροφά Βικιλεξικό
- Έχει κολλήσει στον υπολογιστή της και μας έχει ξεχάσει εμάς τους φίλους της.
- αρρωσταίνω από μεταδοτικό νόσημα που μου μεταδόθηκε Βικιλεξικό
- Κόλλησα γρίπη
- για μεταδοτικά νοσήματαμεταδίδομαι Βικιλεξικό
- κάποιοι υποστηρίζουν ότι το απλό κρύωμα δεν κολλάει
Ετυμολογία
κολλάω < κολλ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κολλῶ, συνηρημένος τύπος του κολλάω < κόλλα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κολλάω / κολλώ | κολλάς | κολλά / κολλάει | κολλάμε / κολλούμε | κολλάτε | κολλάν / κολλάνε / κολλούν / κολλούνε |
| Παρατατικός | κολλούσα | κολλούσες | κολλούσε | κολλούσαμε | κολλούσατε | κολλούσαν / κολλούσανε |
| Αόριστος | κόλλησα | κόλλησες | κόλλησε | κολλήσαμε | κολλήσατε | κολλήσαν / κολλήσανε / κόλλησαν |
| Μέλλοντας | θα κολλάω / θα κολλήσω / θα κολλώ | θα κολλάς / θα κολλήσεις | θα κολλά / θα κολλάει / θα κολλήσει | θα κολλάμε / θα κολλήσουμε / θα κολλούμε | θα κολλάτε / θα κολλήσετε | θα κολλάν / θα κολλάνε / θα κολλήσουν / θα κολλήσουνε / θα κολλούν / θα κολλούνε |
| Παρακείμενος | έχω κολλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κολλήσει / να κολλάω / να κολλήσω / να κολλώ | να κολλάς / να κολλήσεις | να κολλά / να κολλάει / να κολλήσει | να κολλάμε / να κολλήσουμε / να κολλούμε | να κολλάτε / να κολλήσετε | να κολλάν / να κολλάνε / να κολλήσουν / να κολλήσουνε / να κολλούν / να κολλούνε |
| Προστακτική | — | κόλλα / κόλλαγε / κόλλησε | — | — | κολλάτε / κολλήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κολλήθηκακολλιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →