κομψοεπής
•
- λόγιοπου εκφράζεται με τρόπο κομψό, κομψά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομψοεπής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κομψοεπής < αρχαία ελληνική κομψ(ός) + -ο- + ἔπος, ἐπ- + -ής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κομψοεπής | κομψοεπής | κομψοεπές |
| Γενική | κομψοεπούς | κομψοεπούς | κομψοεπούς |
| Αιτιατική | κομψοεπή | κομψοεπή | κομψοεπές |
| Κλητική | κομψοεπή / κομψοεπής | κομψοεπής | κομψοεπές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κομψοεπείς | κομψοεπείς | κομψοεπή |
| Γενική | κομψοεπών | κομψοεπών | κομψοεπών |
| Αιτιατική | κομψοεπείς | κομψοεπείς | κομψοεπή |
| Κλητική | κομψοεπείς | κομψοεπείς | κομψοεπή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →