Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομψοεπής

/kom.pso.eˈpis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου εκφράζεται με τρόπο κομψό, κομψά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομψοεπής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κομψοεπής < αρχαία ελληνική κομψ(ός) + -ο- + ἔπος, ἐπ- + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομψοεπήςκομψοεπήςκομψοεπές
Γενικήκομψοεπούςκομψοεπούςκομψοεπούς
Αιτιατικήκομψοεπήκομψοεπήκομψοεπές
Κλητικήκομψοεπή / κομψοεπήςκομψοεπήςκομψοεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομψοεπείςκομψοεπείςκομψοεπή
Γενικήκομψοεπώνκομψοεπώνκομψοεπών
Αιτιατικήκομψοεπείςκομψοεπείςκομψοεπή
Κλητικήκομψοεπείςκομψοεπείςκομψοεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →