κουβάς
•
- δοχείο ή κάδος, συνήθως μεταλλικά ή πλαστικά, με χερούλι, που χρησιμοποιείται για μεταφορά ή φύλαξη υγρών και άλλων υλικών Βικιλεξικό
- (μετωνυμία) το περιεχόμενο του κάδου ή δοχείου
- πρόχειρη μονάδα μέτρησης όγκου Βικιλεξικό
- Χρειαζόμαστε τρεις κουβάδες νερό.
- μειωτικόπολύ κοντός ή δυσανάλογα μικρόσωμος άνθρωπος Βικιλεξικό
- μειωτικότο μικρό ή μικρού κυβισμού αυτοκίνητο ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- αργκόχαμένο δελτίο ή αποτυχημένο ποντάρισμα, ιδίως όταν χάνεται για μία λεπτομέρεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουβάς < οθωμανική τουρκική قوغه (koğa, kova) (τουρκικά kova) + -ς < πρωτοτουρκική *kobga
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβάς | κουβάδες |
| Γενική | κουβά | κουβάδων |
| Αιτιατική | κουβά | κουβάδες |
| Κλητική | κουβά | κουβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →