κουμπαριά
•
- οικείοη συγγενική σχέση που προκύπτει ανάμεσα σε μια οικογένεια και τον κουμπάρο που τους πάντρεψε ή βάφτισε τα παιδιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμπαριά < κουμπάρ(ος) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουμπαριά | κουμπαριές |
| Γενική | κουμπαριάς | κουμπαριών |
| Αιτιατική | κουμπαριά | κουμπαριές |
| Κλητική | κουμπαριά | κουμπαριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →