Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουμπάρος

/kumˈba.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο άνθρωπος που παντρεύει κάποιο ζευγάρι, που τους αλλάζει τα στέφανα σε εκκλησιαστικό γάμο ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο Βικιλεξικό
    • Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
  2. ο νονός Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηφιλικός προσφώνηση κάποιου (γνωστού ή αγνώστου) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουμπάρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουμπάρος < βενετική compare ή ιταλική compare < υστερολατινική compatrem, αιτιατική του compater < com- + pater

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουμπάροςκουμπάροι
Γενικήκουμπάρουκουμπάρων
Αιτιατικήκουμπάροκουμπάρους
Κλητικήκουμπάρεκουμπάροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →