κραταιώνω
•
- λόγιοκαθιστώ κάτι εξαιρετικά ισχυρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κραταιώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κραταιῶ / κραταιόω + -ώνω < αρχαία ελληνική κραταιός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κραταιώνω | κραταιώνεις | κραταιώνει | κραταιώνουμε | κραταιώνετε | κραταιώνουν / κραταιώνουνε |
| Παρατατικός | κραταίωνα | κραταίωνες | κραταίωνε | κραταιώναμε | κραταιώνατε | κραταίωναν / κραταιώναν / κραταιώνανε |
| Αόριστος | κραταίωσα | κραταίωσες | κραταίωσε | κραταιώσαμε | κραταιώσατε | κραταίωσαν / κραταιώσαν / κραταιώσανε |
| Μέλλοντας | θα κραταιώνω / θα κραταιώσω | θα κραταιώνεις / θα κραταιώσεις | θα κραταιώνει / θα κραταιώσει | θα κραταιώνουμε / θα κραταιώσουμε | θα κραταιώνετε / θα κραταιώσετε | θα κραταιώνουν / θα κραταιώνουνε / θα κραταιώσουν / θα κραταιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κραταιώσει | έχεις κραταιώσει | έχει κραταιώσει | έχουμε κραταιώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κραταιώσει | είχες κραταιώσει | είχε κραταιώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κραταιώσει / να κραταιώνω / να κραταιώσω | να έχεις κραταιώσει / να κραταιώνεις / να κραταιώσεις | να έχει κραταιώσει / να κραταιώνει / να κραταιώσει | να έχουμε κραταιώσει / να κραταιώνουμε / να κραταιώσουμε | να κραταιώνετε / να κραταιώσετε | να κραταιώνουν / να κραταιώνουνε / να κραταιώσουν / να κραταιώσουνε |
| Προστακτική | — | κραταίωνε / κραταίωσε | — | — | κραταιώνετε / κραταιώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κραταιώθηκακραταιώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →