ισχυροποιώ
•
- κάνω κάτι ισχυρό, ενισχύω Βικιλεξικό
- Οι κινήσεις ισχυροποιούν τη θέση της εταιρίας στην αγορά.
Ετυμολογία
ισχυροποιώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰσχυροποιῶ, συνηρημένος τύπος του ἰσχυροποιέω. Συγχρονικά αναλύεται σε ισχυρο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισχυροποιώ | ισχυροποιείς | ισχυροποιεί | ισχυροποιούμε | ισχυροποιείτε | ισχυροποιούν / ισχυροποιούνε |
| Παρατατικός | ισχυροποιούσα | ισχυροποιούσες | ισχυροποιούσε | ισχυροποιούσαμε | ισχυροποιούσατε | ισχυροποιούσαν / ισχυροποιούσανε |
| Αόριστος | ισχυροποίησα | ισχυροποίησες | ισχυροποίησε | ισχυροποιήσαμε | ισχυροποιήσατε | ισχυροποίησαν / ισχυροποιήσαν / ισχυροποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ισχυροποιήσω / θα ισχυροποιώ | θα ισχυροποιήσεις / θα ισχυροποιείς | θα ισχυροποιήσει / θα ισχυροποιεί | θα ισχυροποιήσουμε / θα ισχυροποιούμε | θα ισχυροποιήσετε / θα ισχυροποιείτε | θα ισχυροποιήσουν / θα ισχυροποιήσουνε / θα ισχυροποιούν / θα ισχυροποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ισχυροποιήσει | έχεις ισχυροποιήσει | έχει ισχυροποιήσει | έχουμε ισχυροποιήσει | έχετε ισχυροποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισχυροποιήσει | είχες ισχυροποιήσει | είχε ισχυροποιήσει | είχαμε ισχυροποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισχυροποιήσει / να ισχυροποιήσω / να ισχυροποιώ | να έχεις ισχυροποιήσει / να ισχυροποιήσεις / να ισχυροποιείς | να έχει ισχυροποιήσει / να ισχυροποιήσει / να ισχυροποιεί | να έχουμε ισχυροποιήσει / να ισχυροποιήσουμε / να ισχυροποιούμε | να έχετε ισχυροποιήσει / να ισχυροποιήσετε / να ισχυροποιείτε | να ισχυροποιήσουν / να ισχυροποιήσουνε / να ισχυροποιούν / να ισχυροποιούνε |
| Προστακτική | — | έχε ισχυροποιημένο / ισχυροποίησε | — | — | ισχυροποιήστε / ισχυροποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →