κρατούμαι
•
- με κρατούν σε αστυνομικό τμήμα Βικιλεξικό
- Οι ύποπτοι κρατούνται και ανακρίνονται
- όχι για έμψυχακαπαρώνομαι, παραγγέλλομαι, με κρατούν για το μέλλον, κρατιέμαι Βικιλεξικό
- Οι θέσεις σας κρατούνταν μέχρι πριν από δύο ώρες, αλλά χάσατε τη διορία και τις διαθέσαμε σε άλλους ενδιαφερόμενους
Ετυμολογία
κρατούμαι < παθητική φωνή του κρατώ ( < κρατοῦμαι στο πολυτονικό)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρατούμαι | κρατείσαι | κρατείται | κρατούμαστε | κρατείστε | κρατούνται |
| Παρατατικός | κρατούμουν | κρατούσουν | κρατούνταν | κρατούμασταν / κρατούμαστε | κρατούσασταν / κρατούσαστε | κρατούνταν |
| Αόριστος | κρατήθηκα | κρατήθηκες | κρατήθηκε | κρατηθήκαμε | κρατηθήκατε | κρατήθηκαν / κρατηθήκαν / κρατηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κρατηθώ / θα κρατούμαι | θα κρατείσαι / θα κρατηθείς | θα κρατείται / θα κρατηθεί | θα κρατηθούμε / θα κρατούμαστε | θα κρατείστε / θα κρατηθείτε | θα κρατηθούν / θα κρατηθούνε / θα κρατούνται |
| Παρακείμενος | έχω κρατηθεί | έχεις κρατηθεί | έχει κρατηθεί | έχουμε κρατηθεί | έχετε κρατηθεί | έχουν κρατηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρατηθεί | είχες κρατηθεί | είχε κρατηθεί | είχαμε κρατηθεί | είχατε κρατηθεί | είχαν κρατηθεί |
| Υποτακτική | να έχω κρατηθεί / να κρατηθώ / να κρατούμαι | να έχεις κρατηθεί / να κρατείσαι / να κρατηθείς | να έχει κρατηθεί / να κρατείται / να κρατηθεί | να έχουμε κρατηθεί / να κρατηθούμε / να κρατούμαστε | να έχετε κρατηθεί / να κρατείστε / να κρατηθείτε | να έχουν κρατηθεί / να κρατηθούν / να κρατηθούνε / να κρατούνται |
| Προστακτική | — | κρατήσου | — | — | κρατείστε / κρατηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →