παράκρουση
•
- παίζω μουσικό όργανο και βγάζω δυσαρμονικό, παράφωνο ήχο, παραφωνώ Βικιλεξικό
- η φαντασία πως ακούω κάτι, η ακουστική παραίσθηση, το παράκουσμα Βικιλεξικό
- παθαίνω φρενοπάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράκρουση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράκρουση | παρακρούσεις |
| Γενική | παράκρουσης | παρακρούσεων |
| Αιτιατική | παράκρουση | παρακρούσεις |
| Κλητική | παράκρουση | παρακρούσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →