κυφός
•
- που πάσχει από κύφωση Βικιλεξικό
- Ἄλλ' ἴσως ὁ υἱός τοῦ πασᾶ ἔχει κἄνέν ἔργον ὀλιγώτερον ἐπίπονον. Μήπως εἶναι ράπτης; Ὄχι. - Πραγματευτής; - Ὄχι. - Καλαθοποιός; Ὄχι. Εἶναι λοίπὸν κουρεύς; Ὄχι ἀνέκραξεν ὁ κυφός πορφυροῦς ἐξ οργῆς. Ὄχι, σὲ λέγω. Τελείωσε πλέον τοὺς ἀνοήτους ἀστεϊσμούς σου, διότι ἀλλέως θὰ σὲ σπάσω εἰς τὸ ξύλον. (Εστία, τόμος 1-2, 1876, σελ. 297)
- Χτένια, τσατσάραις, καθρεφτάκια, ξουράφια, βελόνια, σουγιάδες! ἔκραζε κυφός νησιώτης περιάγων τὸ ἀπὸ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ ἐκκρεμὲς ἐμπορικὸν κατάστημα. (Εστία, τόμος 25ος, Αθήνα, 1888, σελ. 101 https://www.google.gr/books/edition/Hestia/jkoOAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82&pg=PA101&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
κυφός < αρχαία ελληνική κυφός < κύπτω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυφός | κυφή / κυφη | κυφο / κυφό |
| Γενική | κυφού | κυφής | κυφού |
| Αιτιατική | κυφό | κυφή | κυφό |
| Κλητική | κυφέ | κυφή | κυφό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυφοί | κυφές | κυφά |
| Γενική | κυφών | κυφών | κυφών |
| Αιτιατική | κυφούς | κυφές | κυφά |
| Κλητική | κυφοί | κυφές | κυφά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →