κόλλημα
•
- ένωση με κολλητική ουσία Βικιλεξικό
- Θέλει γερό κόλλημα για να μη σου ξανασπάσει.
- τεχνικό πρόβλημα διακοπής λειτουργίας Βικιλεξικό
- Κόλλημα του κεντρικού υπολογιστή προκάλεσε χάος στο σύστημα.
- έμμονη ιδέα Βικιλεξικό
- Έχει φάει κόλλημα με το βικιλεξικό.
- επίμονο και εκνευριστικό πλησίασμα κάποιου Βικιλεξικό
- Μετά από τέτοιο πολύωρο κόλλημα, έχασε την υπομονή του.
Ετυμολογία
κόλλημα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κόλλημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόλλημα | κολλήματα |
| Γενική | κολλήματος | κολλημάτων |
| Αιτιατική | κόλλημα | κολλήματα |
| Κλητική | κόλλημα | κολλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →