κόρνο
•
- μουσικό όργανοείδος χάλκινου μουσικού οργάνου· κάθε όργανο της οικογένειας των κόρνων με το χαρακτηριστικό σπειροειδές σχήμα του κέρατος. Αρχικά, χωρίς βαλβίδες (φυσικό κόρνο). Η παραγωγή διαφορετικών τόνων ρυθμίζεται από τα χείλη του εκτελεστή Βικιλεξικό
- Ο Dauprat διαχωρίζει τους σωλήνες σε χαμηλής και ψηλής περιοχής σύμφωνα με τη χρήση τους στην ορχήστρα και ονομάζει αυτές τις δύο κατηγορίες γένη, το άλτο κόρνο (cor alto) και το μπάσο κόρνο (cor basse), καθώς επισημαίνει ότι ο κορνίστας έπρεπε να διαλέξει το γένος κόρνου που θα χρησιμοποιεί διότι χρειάζεται διαφορετική εξάσκηση για το καθένα (Ακατερίνα Μπαρμπαρή-Μπέκα, «Η χρήση του φυσικού κόρνου στο ρεπερτόριο της περιόδου 1750-1850», Πτυχιακή εργασία, ΕΚΠΑ, Αθήνα, 2018, σελ 13 https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2710173/file.pdf)
- μουσικό όργανοεννοείται το γαλλικό κόρνο Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο κέρατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόρνο < (άμεσο δάνειο) ιταλική corno < λατινικά cornu < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱerh₂- (κέρας, κέρατο). Βλ. και εβραϊκά קרן (keren), ακκαδικά qarnu.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόρνο | κόρνα |
| Γενική | κόρνου | κόρνων |
| Αιτιατική | κόρνο | κόρνα |
| Κλητική | κόρνο | κόρνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →