λάκκα
•
- λαϊκότροποέκταση γης που βρίσκεται σε κοιλότητα σε σχέση με τις γειτονικές περιοχές Βικιλεξικό
- «Θα σου σβήσω το φως και θα μείνεις στη λάκκα», έλεγε η γιαγιά μου για να με τρομάξει.
- μη απλοποιημένη γραφή του λάκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λάκκα < λάκκ(ος) + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λάκκα | λάκκες |
| Γενική | λάκκας | — |
| Αιτιατική | λάκκα | λάκκες |
| Κλητική | λάκκα | λάκκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →