λαϊκούρα
•
- μειωτικόπλήθος ανθρώπων με ύφος, έθιμα, συνήθειες, συμπεριφορά που δείχνουν αγραμματοσύνη ή χαμηλό επίπεδο παιδείας Βικιλεξικό
- μειωτικόλόγος, συμπεριφορά, νοοτροπία, ντύσιμο, δημιούργημα που έχει τα αρνητικά χαρακτηριστικά του λαϊκού· ευτέλεια, φτήνια και κακογουστιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαϊκούρα < λαϊκ(ός) + μεγεθυντικό επίθημα -ούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαϊκούρα | λαϊκούρες |
| Γενική | λαϊκούρας | — |
| Αιτιατική | λαϊκούρα | λαϊκούρες |
| Κλητική | λαϊκούρα | λαϊκούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →