Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαϊκούρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μειωτικόπλήθος ανθρώπων με ύφος, έθιμα, συνήθειες, συμπεριφορά που δείχνουν αγραμματοσύνη ή χαμηλό επίπεδο παιδείας Βικιλεξικό
  2. μειωτικόλόγος, συμπεριφορά, νοοτροπία, ντύσιμο, δημιούργημα που έχει τα αρνητικά χαρακτηριστικά του λαϊκού· ευτέλεια, φτήνια και κακογουστιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαϊκούρα < λαϊκ(ός) + μεγεθυντικό επίθημα -ούρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαϊκούραλαϊκούρες
Γενικήλαϊκούρας—
Αιτιατικήλαϊκούραλαϊκούρες
Κλητικήλαϊκούραλαϊκούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →