Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λειτουργιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείατο πρόσφορο, ψωμί σφραγισμένο με συμβολική παράσταση που παρασκευάζουν οι πιστοί και αποτελεί τη συνεισφορά τους στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας Βικιλεξικό
    • Ἐν τούτοις ὁ παπα-Θοδωρὴς οἴκοθεν τῷ εἶπεν ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιόν του εὑρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπα-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἁγίου βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δύο μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιπάζεται, εἶπεν, ἅμα μᾶς ἰδῇ μιὰ καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργιές, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Εξχοική Λαμπρή, 1890)

Ετυμολογία

λειτουργιά < ελληνιστική κοινή λειτουργία < αρχαία ελληνική λειτουργός < λήϊτον (< λαός) + ἔργον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλειτουργιάλειτουργιές
Γενικήλειτουργιάςλειτουργιών
Αιτιατικήλειτουργιάλειτουργιές
Κλητικήλειτουργιάλειτουργιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λειτουργία

/li.tuɾˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εργάζεται ένα οργανωμένο σύστημα προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του Βικιλεξικό
    • η συνεργασία όλων μας είναι απαραίτητη για την καλή λειτουργία της υπηρεσίας μας
  2. ο ιδιαίτερος ρόλος που παίζει ένα μέρος ενός συστήματος, π.χ. το εξάρτημα μιας μηχανής ή ο τομέας ενός οργανισμού ή το όργανο του σώματος Βικιλεξικό
    • η λειτουργία της καρδιάς είναι να τροφοδοτεί τον οργανισμό με αίμα
    • η λειτουργία της δευτερεύουσας πρότασης ως αντικειμένου του ρήματος
  3. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται μία μηχανή όταν δουλεύει Βικιλεξικό
    • πάτησε ένα κουμπί και έθεσε τον κινητήρα σε λειτουργία
  4. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται μία υπηρεσία ή ένα κατάστημα όταν εργάζεται, είναι ανοιχτό και δέχεται πελάτες Βικιλεξικό
    • ώρες λειτουργίας των καταστημάτων
  5. θρησκείαλατρευτική ιεροτελεστία της Εκκλησίας με κέντρο το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας Βικιλεξικό
    • Υπερώνυμα: ακολουθία
  6. ιστορίατιμητικός τρόπος φορολόγησης των πλούσιων πολιτών, μέσω της υποχρέωσής τους να αναλάβουν και να χρηματοδοτήσουν έργα δημοσίου συμφέροντος, όπως διπλωματικές αποστολές, θεατρικές παραστάσεις, ναυπήγηση πολεμικών πλοίων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λειτουργία < αρχαία ελληνική λειτουργία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλειτουργίαλειτουργίες
Γενικήλειτουργίαςλειτουργιών
Αιτιατικήλειτουργίαλειτουργίες
Κλητικήλειτουργίαλειτουργίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →