Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεωφόρος

/le.oˈfo.ɾos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οδός μεγάλου μήκους και πλάτους, συχνά με πολλές λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση Βικιλεξικό
    • Η Νίκη έμενε κάπου πίσω από την παιδική χαρά της κεντρικής λεωφόρου, που εξακολουθεί να λέγεται Παναγή Τσαλδάρη, κι εγώ λίγο πιο πριν, πίσω από τον ανύπαρκτο σήμερα πια, θερινό κινηματογράφο Άστρα. (Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή, εκδ. Ίκαρος, 2012)
    • Παλικαράκι ακόμα, την πρωτοείδα σε μια Κυριακάτικη απογευματινή βόλτα της. Όλη η Θεσσαλονίκη έκανε την Κυριακάτικη απογευματινή βόλτα της στη λεωφόρο των Εξοχών (Στέλλα Σελήνη, Προσωπική Υπόθεση, εκδ. Ακακία, 2018)

Ετυμολογία

λεωφόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λεωφόρος < λεώς (λαός) + -φόρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεωφόροςλεωφόροι
Γενικήλεωφόρουλεωφόρων
Αιτιατικήλεωφόρολεωφόρους
Κλητικήλεωφόρε / λεωφόρολεωφόροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →