Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεύτερος

/ˈle.fte.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποελεύθερος Βικιλεξικό
  2. για γυναίκαελεύθερη, ανύπαντρη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεύτερος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λεύτερος < ἐλεύτερος / λεύθερος < ἐλεύθερος < αρχαία ελληνική ἐλεύθερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεύτεροςλεύτερηλεύτερο
Γενικήλεύτερουλεύτερηςλεύτερου
Αιτιατικήλεύτερολεύτερηλεύτερο
Κλητικήλεύτερελεύτερηλεύτερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεύτεροιλεύτερεςλεύτερα
Γενικήλεύτερωνλεύτερωνλεύτερων
Αιτιατικήλεύτερουςλεύτερεςλεύτερα
Κλητικήλεύτεροιλεύτερεςλεύτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →