Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λημματογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη λημματογράφηση ή τον λημματογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λημματογραφικός < λημματογραφώ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλημματογραφικόςλημματογραφικήλημματογραφικό
Γενικήλημματογραφικούλημματογραφικήςλημματογραφικού
Αιτιατικήλημματογραφικόλημματογραφικήλημματογραφικό
Κλητικήλημματογραφικέλημματογραφικήλημματογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλημματογραφικοίλημματογραφικέςλημματογραφικά
Γενικήλημματογραφικώνλημματογραφικώνλημματογραφικών
Αιτιατικήλημματογραφικούςλημματογραφικέςλημματογραφικά
Κλητικήλημματογραφικοίλημματογραφικέςλημματογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →