Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθογραφία

/li.θo.ɣraˈfi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τυπογραφίαη τέχνη της αναπαραγωγής έντυπου υλικού με τη χρήση πέτρας, νερού, λιπαντικού και μελανιού Βικιλεξικό
  2. τυπογραφίατο έργο που έχει αναπαραχθεί μέσω της λιθογραφία (1) Βικιλεξικό
  3. τυπογραφίασύγχρονη μορφή τυπογραφίας της οποίας η τεχνική προέρχεται από την λιθογραφία (1) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική lithographie < αρχαία ελληνική λίθος + γράφω. Μορφολογικά, λιθο- + -γραφία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιθογραφίαλιθογραφίες
Γενικήλιθογραφίαςλιθογραφιών
Αιτιατικήλιθογραφίαλιθογραφίες
Κλητικήλιθογραφίαλιθογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →