λιθογραφία
•
- τυπογραφίαη τέχνη της αναπαραγωγής έντυπου υλικού με τη χρήση πέτρας, νερού, λιπαντικού και μελανιού Βικιλεξικό
- τυπογραφίατο έργο που έχει αναπαραχθεί μέσω της λιθογραφία (1) Βικιλεξικό
- τυπογραφίασύγχρονη μορφή τυπογραφίας της οποίας η τεχνική προέρχεται από την λιθογραφία (1) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιθογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική lithographie < αρχαία ελληνική λίθος + γράφω. Μορφολογικά, λιθο- + -γραφία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιθογραφία | λιθογραφίες |
| Γενική | λιθογραφίας | λιθογραφιών |
| Αιτιατική | λιθογραφία | λιθογραφίες |
| Κλητική | λιθογραφία | λιθογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →