λιώνω
•
- μεταβατικόμετατρέπω ένα στερεό σώμα σε υγρό Βικιλεξικό
- μεταβατικόμετατρέπω ένα στερεό σώμα σε πολτό Βικιλεξικό
- μεταβατικόεξουθενώνω έναν αντίπαλο Βικιλεξικό
- αμετάβατομετατρέπομαι σε υγρό, όντας στερεό Βικιλεξικό
- τα χιόνια έλιωσαν με την πρώτη βροχή
- αμετάβατοφθείρομαι Βικιλεξικό
- έλιωσαν πια αυτά τα ρούχα· μην τα φοράς άλλο!
- αμετάβατο(σχήμα υπερβολής) εξαντλούμαι Βικιλεξικό
- το παιδί έλιωσε στο διάβασμα
- αμετάβατοδοκιμάζομαι από έντονα συναισθήματα Βικιλεξικό
- είναι πολύ ερωτευμένη· τον κοιτάει και λιώνει
Ετυμολογία
λιώνω < μεσαιωνική ελληνική λιώνω < αρχαία ελληνική λειόω / λειῶ (κάνω λείο) < λεῖος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιώνω | λιώνεις | λιώνει | λιώνουμε | λιώνετε | λιώνουν / λιώνουνε |
| Παρατατικός | έλιωνα | έλιωνες | έλιωνε | λιώναμε | λιώνατε | έλιωναν / λιώναν / λιώνανε |
| Αόριστος | έλιωσα | έλιωσες | έλιωσε | λιώσαμε | λιώσατε | έλιωσαν / λιώσαν / λιώσανε |
| Μέλλοντας | θα λιώνω / θα λιώσω | θα λιώνεις / θα λιώσεις | θα λιώνει / θα λιώσει | θα λιώνουμε / θα λιώσουμε | θα λιώνετε / θα λιώσετε | θα λιώνουν / θα λιώνουνε / θα λιώσουν / θα λιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιώσει | έχεις λιώσει | έχει λιώσει | έχουμε λιώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιώσει | είχες λιώσει | είχε λιώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιώσει / να λιώνω / να λιώσω | να έχεις λιώσει / να λιώνεις / να λιώσεις | να έχει λιώσει / να λιώνει / να λιώσει | να έχουμε λιώσει / να λιώνουμε / να λιώσουμε | να λιώνετε / να λιώσετε | να λιώνουν / να λιώνουνε / να λιώσουν / να λιώσουνε |
| Προστακτική | — | λιώνε / λιώσε | — | — | λιώνετε / λιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →