λογικεύω
•
- κάνω κάποιον να σκεφτεί ή να φερθεί λογικά, συνετίζω Βικιλεξικό
- προσπάθησε να τον λογικέψεις
Ετυμολογία
λογικεύω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή λογικεύομαι και λόγιος σχηματισμός ενεργητικού λογικεύω < αρχαία ελληνική λογικός < λόγος < λέγω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λογικεύω | λογικεύεις | λογικεύει | λογικεύουμε | λογικεύετε | λογικεύουν / λογικεύουνε |
| Παρατατικός | λογίκευα | λογίκευες | λογίκευε | λογικεύαμε | λογικεύατε | λογίκευαν / λογικεύαν / λογικεύανε |
| Αόριστος | λογίκεψα | λογίκεψες | λογίκεψε | λογικέψαμε | λογικέψατε | λογίκεψαν / λογικέψαν / λογικέψανε |
| Μέλλοντας | θα λογικέψω / θα λογικεύω | θα λογικέψεις / θα λογικεύεις | θα λογικέψει / θα λογικεύει | θα λογικέψουμε / θα λογικεύουμε | θα λογικέψετε / θα λογικεύετε | θα λογικέψουν / θα λογικέψουνε / θα λογικεύουν / θα λογικεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω λογικέψει | έχεις λογικέψει | έχει λογικέψει | έχουμε λογικέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λογικέψει | είχες λογικέψει | είχε λογικέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λογικέψει / να λογικέψω / να λογικεύω | να έχεις λογικέψει / να λογικέψεις / να λογικεύεις | να έχει λογικέψει / να λογικέψει / να λογικεύει | να έχουμε λογικέψει / να λογικέψουμε / να λογικεύουμε | να λογικέψετε / να λογικεύετε | να λογικέψουν / να λογικέψουνε / να λογικεύουν / να λογικεύουνε |
| Προστακτική | — | λογίκευε / λογίκεψε | — | — | λογικέψτε / λογικεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λογικεύτηκαλογικεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →