λογογράφος
•
- επάγγελμαπου γράφει λόγους για άλλους Βικιλεξικό
- ιστορίασυγγραφέας που έγραφε σε πεζό λόγο· ειδικότερα χρησιμοποιείται για τους 'Ιωνες συγγραφείς πριν τον Ηρόδοτο Βικιλεξικό
- στην αρχαιότητααυτός που έγραφε κατ' επάγγελμα λόγους για να εκφωνηθούν από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια μιας δίκης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογογράφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λογογράφος. Μορφολογικά αναλύεται σε λογο- + -γράφος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογογράφος | λογογράφοι |
| Γενική | λογογράφου | λογογράφων |
| Αιτιατική | λογογράφο | λογογράφους |
| Κλητική | λογογράφε | λογογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →